Θουκυδίδου Ιστορίαι (Βιβλίο 3, Κεφ. 70-81) Κείμενο και Μετάφραση




Κείμενο – Μετάφραση

Θουκυδίδου Ιστορίαι Βιβλίο 3. Κεφάλαιο 70-81 (κείμενο, μετάφραση)

Κείμενο
[1] Ο γρ Κερκυραοι στασίαζον, πειδ ο αχμάλωτοι λθον ατος ο κ τν περ πίδαμνον ναυμαχιν π Κορινθίων φεθέντες, τ μν λόγ κτακοσίων ταλάντων τος προξένοις διηγγυημένοι, ργ δ πεπεισμένοι Κορινθίοις Κέρκυραν προσποισαι. Kα πρασσον οτοι, καστον τν πολιτν μετιόντες, πως ποστήσωσιν θηναίων τν πόλιν.

Μετάφραση: Οι Κερκυραίοι βρίσκονταν σε εμφύλια διαμάχη απ’ όταν γύρισαν σ’ αυτούς οι αιχμάλωτοι από τις ναυμαχίες γύρω στην Επίδαμνο, αφού αφέθηκαν ελεύθεροι από τυς Κορινθίους∙ φαινομενικά επειδή οι πρόξενοι είχαν δώσει εγγύηση οκτακόσια τάλαντα, στην πραγματικότητα όμως επειδή τους είχαν πείσει οι Κορίνθιοι να φέρουν την Κέρκυρα με το μέρος τους. Κι αυτοί ραδιουργούσαν πλησιάζοντας κάθε πολίτη χωριστά, για να τους κάνουν ν’ αποστατήσει η πόλη από τους Αθηναίους (από την άμεση επιρροή της Αθήνας).

[2] Kα φικομένης ττικς τε νες κα Κορινθίας πρέσβεις γουσν κα ς λόγους καταστάντων ψηφίσαντο Κερκυραοι θηναίοις μν ξύμμαχοι εναι κατ τ ξυγκείμενα, Πελοποννησίοις δ φίλοι σπερ κα πρότερον. [3] Kα (ν γρ Πειθίας θελοπρόξενός τε τν θηναίων κα το δήμου προειστήκει) πάγουσιν ατν οτοι ο νδρες ς δίκην, λέγοντες θηναίοις τν Κέρκυραν καταδουλον.

Μετάφραση: Έφτασε τότε ένα αθηναϊκό καράβι κι ένα κορινθιακό, που έφερναν πρέσβεις, κι αφού ήρθαν σε διαπραγματεύσεις, οι Κερκυραίοι αποφάσισαν να μείνουν σύμμαχοι των Αθηναίων σύμφωνα με την ισχύουσα συνθήκη, και να διατηρήσουν φιλικές σχέσεις με τους Πελοποννησίους, όπως και πριν. Αλλά τον Πειθία, που ήταν εθελοντής πρόξενος των Αθηναίων και αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης, τον παρέπεμψαν αυτοί οι άνδρες (οι ολιγαρχικοί, οι πρώην αιχμάλωτοι των Κορινθίων) σε δίκη με την κατηγορία ότι προσπαθούσε να υποδουλώσει την Κέρκυρα στους Αθηναίους.

[4]  δ ποφυγν νθυπάγει ατν τος πλουσιωτάτους πέντε νδρας, φάσκων τέμνειν χάρακας κ το τε Δις το τεμένους κα το λκίνου· ζημία δ καθ κάστην χάρακα πέκειτο στατήρ. [5] φλόντων δ ατν κα πρς τ ερ κετν καθεζομένων δι πλθος τς ζημίας, πως ταξάμενοι ποδσιν,  Πειθίας (τύγχανε γρ κα βουλς ν) πείθει στε τ νόμ χρήσασθαι.

Μετάφραση: Αυτός, αφού αθωώθηκε, έκανε αντιμήνυση στους πέντε πιο πλούσιους από αυτούς, κατηγορώντας τους πως είχαν κόψει βέργες (για στήριγμα των κλημάτων των αμπελιών) από τα ιερά τεμένη του Δία και του Αλκίνοου∙ πρόστιμο για κάθε βέργα ήταν ένας στατήρας. Κι όταν αυτοί καταδικάστηκαν να πληρώσουν το πρόστιμο, πήγαν και κάθισαν ικέτες στα ιερά, επειδή το χρηματικό πρόστιμο ήταν πολύ βαρύ, για να το πληρώσουν ύστερα από συμφωνία για το ύψος του (για να το πληρώσουν με δόσεις)∙ ο Πειθίας, που ήταν και μέλος της βουλής, την έπεισε να εφαρμόσει πιστά το νόμο.

[6] Ο δ πειδ τ τε νόμ ξείργοντο κα μα πυνθάνοντο τν Πειθίαν, ως τι βουλς στί, μέλλειν τ πλθος ναπείσειν τος ατος θηναίοις φίλους τε κα χθρος νομίζειν, ξυνίσταντό τε κα λαβόντες γχειρίδια ξαπιναίως ς τν βουλν σελθόντες τόν τε Πειθίαν κτείνουσι κα λλους τν τε βουλευτν κα διωτν ς ξήκοντα· ο δέ τινες τς ατς γνώμης τ Πειθί λίγοι ς τν ττικν τριήρη κατέφυγον τι παροσαν.

Μετάφραση: Εκείνοι (οι ολιγαρχικοί που είχαν καταδικαστεί) επειδή αποκλείονταν από το νόμο (ο νόμος, δηλαδή, απαγόρευε την πληρωμή του επιδικασμένου ποσού με δόσεις) και αφού πληροφορήθηκαν ότι ο Πειθίας, όσο ήταν ακόμη βουλευτής, είχε σκοπό να μεταπείσει τους πολίτες να έχουν τους ίδιους φίλους και εχθρούς με τους Αθηναίους (να κάνουν αμυντική και επιθετική συμμαχία με τους Αθηναίους), συνωμότησαν και αφού πήραν μαχαίρια, μπαίνουν ξαφνικά στη βουλή και σκοτώνουν τον Πειθία κι άλλους εξήντα από τους βουλευτές και τους πολίτες. Αυτοί που ήταν ομοϊδεάτες με τον Πειθία, λίγοι, κατέφυγαν στο αθηναϊκό καράβι που ήταν ακόμη εκεί.

«Η άποψη ότι ο πόλεμος παράγει βία και η βία πολιτικό χάος, βρίσκει την πληρέστερη έκφραση της στην Ιστορία στην τρομακτική εξιστόρηση του εμφύλιου σπαραγμού στην Κέρκυρα» (J.H. Finley, Θουκυδίδης, σ. 186).



[71.1] Δράσαντες δ τοτο κα ξυγκαλέσαντες Κερκυραίους επον τι τατα κα βέλτιστα εη κα κιστ ν δουλωθεεν π θηναίων, τό τε λοιπν μηδετέρους δέχεσθαι λλ  μι νη συχάζοντας, τ δ πλέον πολέμιον γεσθαι. ς δ επον, κα πικυρσαι νάγκασαν τν γνώμην. [2] Πέμπουσι δ κα ς τς θήνας εθς πρέσβεις περί τε τν πεπραγμένων διδάξοντας ς ξυνέφερε κα τος κε καταπεφευγότας πείσοντας μηδν νεπιτήδειον πράσσειν, πως μή τις πιστροφ γένηται.

Μετάφραση
Αφού έκαναν αυτό, συγκάλεσαν τον λαό της Κέρκυρας και είπαν πως αυτό που έγινε ήταν το καλύτερο και ότι τώρα πια ήταν ελάχιστος ο φόβος να υποδουλωθούν από τους Αθηναίους, κι από δω και μπρος να μείνουν ουδέτεροι και να μη δέχονται κανέναν από τους δύο, παρά μόνο αν έρχονται μ’ ένα καράβι, οποιαδήποτε όμως μεγαλύτερη δύναμη να τη θεωρούν εχθρική. Αυτά πρότειναν κι ανάγκασαν τον λαό να τα επικυρώσει. Έστειλαν αμέσως πρέσβεις στην Αθήνα για να εξηγήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα τα όσα είχαν συμβεί και για να πείσουν όσους Κερκυραίους είχαν καταφύγει εκεί, να μην κινηθούν εχθρικά, κι αυτό επειδή φοβόνταν αντεπανάσταση.

[72.1] λθόντων δ ο θηναοι τούς τε πρέσβεις ς νεωτερίζοντας ξυλλαβόντες, κα σους πεισαν, κατέθεντο ς Αγιναν.
[2] ν δ τούτ τν Κερκυραίων ο χοντες τ πράγματα λθούσης τριήρους Κορινθίας κα Λακεδαιμονίων πρέσβεων πιτίθενται τ δήμ, κα μαχόμενοι νίκησαν. [3] φικομένης δ νυκτς  μν δμος ς τν κρόπολιν κα τ μετέωρα τς πόλεως καταφεύγει κα ατο ξυλλεγες δρύθη, κα τν λλαϊκν λιμένα εχον· ο δ τήν τε γορν κατέλαβον, οπερ ο πολλο κουν ατν, κα τν λιμένα τν πρς ατ κα πρς τν πειρον.

Μετάφραση
Αλλά όταν έφτασαν στην Αθήνα οι απεσταλμένοι, οι Αθηναίοι θεωρώντας τους υποκινητές της επανάστασης τους συνέλαβαν, και μαζί με όσους είχαν πειστεί στα λόγια τους τούς πήγαν και τους άφησαν στην Αίγινα.
Στο μεταξύ οι ολιγαρχικοί που είχαν τώρα στα χέρια τους την κατάσταση στην Κέρκυρα, όταν έφτασε κ’ ένα πολεμικό καράβι από την Κόρινθο και πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, έκαναν επίθεση εναντίον των δημοκρατικών και τους νίκησαν στη συμπλοκή που έγινε. Όταν όμως νύχτωσε οι δημοκρατικοί κατέφυγαν στην Ακρόπολη και στ’ άλλα υψώματα της πολιτείας, κι αφού μαζεύτηκαν, εγκαταστάθηκαν εκεί, κι είχαν στον έλεγχό τους και το Υλλαϊκό λιμάνι. Οι άλλοι (οι ολιγαρχικοί) έπιασαν την αγορά, όπου έμεναν οι περισσότεροι από αυτούς, και το γειτονικό λιμάνι που βλέπει προς την απέναντι στεριά.

[73.1] T δ στεραί κροβολίσαντό τε λίγα κα ς τος γρος περιέπεμπον μφότεροι, τος δούλους παρακαλοντές τε κα λευθερίαν πισχνούμενοι· κα τ μν δήμ τν οκετν τ πλθος παρεγένετο ξύμμαχον, τος δ τέροις κ τς πείρου πίκουροι κτακόσιοι.

Μετάφραση
Την επόμενη μέρα έγιναν μερικές μικροσυμπλοκές κ’ έστειλαν κ’ οι δύο παρατάξεις αντιπροσώπους στην ύπαιθρο για να προσεταιρισθούν τους δούλους υποσχόμενοι ελευθερία. Οι περισσότεροι από τους δούλους πήγαν με το μέρος των δημοκρατικών, ενώ οκτακόσιοι μισθοφόροι ήρθαν απ’ την αντικρινή στεριά να ενισχύσουν τους ολιγαρχικούς.

[74.1] Διαλιπούσης δ μέρας μάχη αθις γίγνεται κα νικ  δμος χωρίων τε σχύι κα πλήθει προύχων· α τε γυνακες ατος τολμηρς ξυνεπελάβοντο βάλλουσαι π τν οκιν τ κεράμ κα παρ φύσιν πομένουσαι τν θόρυβον. [2] Γενομένης δ τς τροπς περ δείλην ψίαν, δείσαντες ο λίγοι μ ατοβοε  δμος το τε νεωρίου κρατήσειεν πελθν κα σφς διαφθείρειεν, μπιπρσι τς οκίας τς ν κύκλ τς γορς κα τς ξυνοικίας, πως μ  φοδος, φειδόμενοι οτε οκείας οτε λλοτρίας, στε κα χρήματα πολλ μπόρων κατεκαύθη κα  πόλις κινδύνευσε πσα διαφθαρναι, ε νεμος πεγένετο τ φλογ πίφορος ς ατήν.

Μετάφραση
Κι αφού πέρασε κι αυτή η μέρα έγινε πάλι μάχη και νίκησαν οι δημοκρατικοί, επειδή είχαν θέσεις οχυρές και αριθμητική υπεροχή. Και οι γυναίκες ακόμη τους βοήθησαν με πολλή τόλμη ρίχνοντας κεραμίδια από τις στέγες των σπιτιών κι αντέχοντας στην ταραχή της μάχης καλύτερα απ’ ό,τι συνήθως ταιριάζει στο φυσικό τους. Κι όταν γύρισε η μάχη ενάντιά τους αργά το σούρουπο, φοβήθηκαν οι ολιγαρχικοί μήπως οι δημοκρατικοί επάνω στην ορμή τους κάνουν έφοδο, πιάσουν το λιμάνι και τους σκοτώσουν όλους, γι’ αυτό βάλανε φωτιά στα σπίτια τους γύρω στην αγορά και στις λαϊκές πολυκατοικίες, για να μην τους γίνει επίθεση, χωρίς να λυπηθούν ούτε τα δικά τους ούτε τα ξένα σπίτια. Έτσι κάηκαν πολλά εμπορεύματα και παρά λίγο θα είχε καταστραφεί όλη η πολιτεία αν είχε φυσήξει άνεμος ευνοϊκός για να εξαπλωθεί η πυρκαγιά.

[3] Κα ο μν παυσάμενοι τς μάχης ς κάτεροι συχάσαντες τν νύκτα ν φυλακ σαν· κα  Κορινθία νας το δήμου κεκρατηκότος πεξανήγετο, κα τν πικούρων ο πολλο ς τν πειρον λαθόντες διεκομίσθησαν.

Σταμάτησε η μάχη και οι δύο παρατάξεις έμειναν στις θέσεις τους σ’ επιφυλακή όλη τη νύχτα. Μετά τη νίκη των δημοκρατικών, το κορινθιακό καράβι έφυγε κρυφά απ’ το λιμάνι και οι περισσότεροι από τους μισθοφόρους έφυγαν κι αυτοί κρυφά στην απέναντι ακτή.

Βιβλίο 3. Κεφάλαιο 75

Κείμενο

[1] T δ πιγιγνομέν μέρ Νικόστρατος  Διειτρέφους θηναίων στρατηγς παραγίγνεται βοηθν κ Ναυπάκτου δώδεκα ναυσ κα Μεσσηνίων πεντακοσίοις πλίταις· ξύμβασίν τε πρασσε κα πείθει στε ξυγχωρσαι λλήλοις δέκα μν νδρας τος ατιωτάτους κρναι, ο οκέτι μειναν, τος δ λλους οκεν σπονδς πρς λλήλους ποιησαμένους κα πρς θηναίους, στε τος ατος χθρος κα φίλους νομίζειν.

Μετάφραση: Την επόμενη μέρα έφτασε από τη Ναύπακτο ο Αθηναίος στρατηγός Νικόστρατος ο γιος του Διειτρέφη, με δώδεκα πλοία και πεντακόσιους Μεσσήνιους οπλίτες. Διαπραγματεύτηκε με τις δύο παρατάξεις και τις έπεισε να συμφιλιωθούν και να δικάσουν τους δέκα πρωταίτιους, οι οποίοι δεν έμειναν πλέον εκεί, και οι υπόλοιποι να παραμείνουν, αφού κάνουν συμφωνία μεταξύ τους και με τους Αθηναίους, υπό τον όρο να θεωρούν τους ίδιους εχθρούς και φίλους.

[2] Kα  μν τατα πράξας μελλεν ποπλεύσεσθαι· ο δ το δήμου προστάται πείθουσιν ατν πέντε μν νας τν ατο σφίσι καταλιπεν, πως σσόν τι ν κινήσει σιν ο ναντίοι, σας δ ατο πληρώσαντες κ σφν ατν ξυμπέμψειν. [3] Kα  μν ξυνεχώρησεν, ο δ τος χθρος κατέλεγον ς τς νας. δείσαντες δ κενοι μ ς τς θήνας ποπεμφθσι καθίζουσιν ς τ τν Διοσκόρων ερόν.

Μετάφραση: Αφού τα πέτυχε όλα αυτά επρόκειτο να φύγει· αλλά οι αρχηγοί του δήμου τον έπεισαν να αφήσει πίσω πέντε καράβια του, ώστε να αποθαρρυνθούν οι αντίπαλοι τους να κάνουν κίνημα. Σε αντάλλαγμα θα επάνδρωναν και θα του έδιναν ισάριθμα καράβια με δικά τους πληρώματα. Εκείνος συμφώνησε, όμως οι δημοκρατικοί στρατολόγησαν πολιτικούς τους αντιπάλους για την επάνδρωση των καραβιών. Κι επειδή εκείνοι φοβήθηκαν μήπως τους στείλουν στην Αθήνα κάθισαν ικέτες στο ιερό των Διοσκούρων.

[4] Νικόστρατος δ ατος νίστη τε κα παρεμυθετο. ς δ οκ πειθεν,  δμος πλισθες π τ προφάσει ταύτς οδν ατν γις διανοουμένων τ το μ ξυμπλεν πιστί, τά τε πλα ατν κ τν οκιν λαβε κα ατν τινς ος πέτυχον, ε μ Νικόστρατος κώλυσε, διέφθειραν ν.

Μετάφραση: Ο Νικόστρατος προσπαθούσε να τους σηκώσει και να τους καθησυχάσει. Επειδή όμως δεν τους έπειθε, οι δημοκρατικοί οπλίστηκαν με πρόφαση ότι η δυσπιστία τους να μη θέλουν να αποπλεύσουν μαζί με το Νικόστρατο, φανέρωνε ότι είχαν κακούς σκοπούς, και τους πήραν τα όπλα από τα σπίτια και θα είχαν σκοτώσει μερικούς από αυτούς που συνάντησαν τυχαία εκεί, αν δεν τους εμπόδιζε ο Νικόστρατος.  

[5] ρντες δ ο λλοι τ γιγνόμενα καθίζουσιν ς τ Ηραιον κέται κα γίγνονται οκ λάσσους τετρακοσίων.  δ δμος δείσας μή τι νεωτερίσωσιν νίστησί τε ατος πείσας κα διακομίζει ς τν πρ το ραίου νσον, κα τ πιτήδεια κεσε ατος διεπέμπετο.

Μετάφραση: Βλέποντας τι γίνεται οι άλλοι κατέφυγαν ικέτες στο ναό της Ήρας και συγκεντρώθηκαν περισσότεροι από τετρακόσιους. Οι δημοκρατικοί επειδή φοβήθηκαν μήπως επιχειρήσουν πολιτική μεταβολή, τους έπεισαν να σηκωθούν και τους μετέφεραν στο νησί απέναντι από το Ηραίο, και τους έστελναν εκεί ό,τι 

Θουκυδίδη Ιστορία Βιβλίο 3. Κεφάλαιο 76-78

[76] Τς δ στάσεως ν τούτ οσης τετάρτ  πέμπτ μέρ μετ τν τν νδρν ς τν νσον διακομιδν α κ τς Κυλλήνης Πελοποννησίων νες, μετ τν κ τς ωνίας πλον φορμοι οσαι, παραγίγνονται τρες κα πεντήκοντα· ρχε δ ατν λκίδας, σπερ κα πρότερον, κα Βρασίδας ατ ξύμβουλος πέπλει. ρμισάμενοι δ ς Σύβοτα λιμένα τς πείρου μα ἕῳ πέπλεον τ Κερκύρ.

Μετάφραση: Ενώ λοιπόν οι εσωτερικές ταραχές της Κέρκυρας βρίσκονταν σ’ αυτό το σημείο, την τέταρτη ή πέμπτη μέρα μετά τη μεταφορά των ολιγαρχικών στο νησί, φτάνουν τα καράβια των Πελοποννησίων από την Κυλλήνη όπου έμεναν αγκυροβολημένα μετά το ταξίδι τους από την Ιωνία. Κι ήταν όλα πενήντα τρία. Τα διοικούσε ο Αλκίδας, όπως και πρωτύτερα, κι ο Βρασίδας ταξίδευε μαζί του σα σύμβουλος. Αφού έριξαν άγκυρα στα Σύβοτα, το λιμάνι στην αντικρινή στεριά, ξεκίνησαν για την Κέρκυρα την άλλη μέρα μόλις ξημέρωσε.

77.1] O δ πολλ θορύβ κα πεφοβημένοι τά τ ν τ πόλει κα τν πίπλουν παρεσκευάζοντό τε μα ξήκοντα νας κα τς αε πληρουμένας ξέπεμπον πρς τος ναντίους, παραινούντων θηναίων σφς τε ἐᾶσαι πρτον κπλεσαι κα στερον πάσαις μα κείνους πιγενέσθαι.

Μετάφραση: Οι Κερκυραίοι σε μεγάλη ταραχή και φόβο τόσο για όσα είχανε γίνει στην πολιτεία όσο κι από την άφιξη των καραβιών, άρχισαν να ετοιμάζουνε βιαστικά εξήντα καράβια και μόλις ετοιμαζόταν το καθένα με ολόκληρο το πλήρωμά του, το ‘στέλναν έξω ενάντια στον εχθρό, ενώ οι Αθηναίοι τους συμβούλευαν να τους αφήσουν να πλεύσουν ενάντιά τους πρώτα αυτοί, κι ύστερα να προχωρήσουν οι Κερκυραίοι μ’ όλα τους τα καράβια μαζί.

[2] ς δ ατος πρς τος πολεμίοις σαν σποράδες α νες, δύο μν εθς ητομόλησαν, ν τέραις δ λλήλοις ο μπλέοντες μάχοντο, ν δ οδες κόσμος τν ποιουμένων. [3] δόντες δ ο Πελοποννήσιοι τν ταραχν εκοσι μν ναυσ πρς τος Κερκυραίους τάξαντο, τας δ λοιπας πρς τς δώδεκα νας τν θηναίων, ν σαν α δύο Σαλαμινία κα Πάραλος.

Μετάφραση: Καθώς όμως βρέθηκαν τα Κερκυραϊκά μπροστά στον εχθρό σκόρπια, δύο απ’ αυτά αμέσως αυτομόλησαν προς τον εχθρό, ενώ μέσα σε μερικά άλλα πολεμούσαν αναμεταξύ τους όσοι αποτελούσαν το πλήρωμα∙ και δεν υπήρχε καμία τάξη σ’ αυτά που γίνονταν. Όταν είδαν οι Πελοποννήσιοι την αναστάτωση, χώρισαν είκοσι δικά τους καράβια να πάρουν θέση αντίκρυ στα Κερκυραϊκά, και με τ’ άλλα στράφηκαν ενάντια στα δώδεκα Αττικά, που τα δυο τους ήταν η Σαλαμινία κι η Πάραλος.

78.1] Κα ο μν Κερκυραοι κακς τε κα κατ λίγας προσπίπτοντες ταλαιπώρουν τ καθ ατούς· ο δ θηναοι φοβούμενοι τ πλθος κα τν περικύκλωσιν θρόαις μν ο προσέπιπτον οδ κατ μέσον τας φ αυτος τεταγμέναις, προσβαλόντες δ κατ κέρας καταδύουσι μίαν ναν. Κα μετ τατα κύκλον ταξαμένων ατν περιέπλεον κα πειρντο θορυβεν.

Μετάφραση: Επειδή οι Κερκυραίοι ρίχνονταν επάνω στα εχθρικά χωρίς τέχνη και λίγοι-λίγοι δεινοπαθούσαν από την πλευρά τους. Οι Αθηναίοι πάλι, επειδή φοβούνταν μην κυκλωθούν από τα εχθρικά καράβια που ήταν πολλά, δεν έκαναν επίθεση σ’ όλα τα καράβια μαζί, ούτε στη μέση εκείνων που ήταν ταγμένα απέναντί τους, αλλά τα χτυπούσαν από τα πλάγια και βύθισαν ένα καράβι. Και ύστερα απ’ αυτό, καθώς οι εχθροί ήταν παραταγμένοι σε κύκλο, έπλεαν οι Αθηναίοι γύρω τους, προσπαθώντας να τους προκαλέσουν σύγχυση.

[2] Γνόντες δ ο πρς τος Κερκυραίοις κα δείσαντες μ περ ν Ναυπάκτ γένοιτο, πιβοηθοσι, κα γενόμεναι θρόαι α νες μα τν πίπλουν τος θηναίοις ποιοντο. [3] Ο δ πεχώρουν δη πρύμναν κρουόμενοι κα μα τς τν Κερκυραίων βούλοντο προκαταφυγεν τι μάλιστα, αυτν σχολ τε ποχωρούντων κα πρς σφς τεταγμένων τν ναντίων.
[4]  μν ον ναυμαχία τοιαύτη γενομένη τελεύτα ς λίου δύσιν.

Μετάφραση: Όταν το πήραν αυτό είδηση, όσα είχαν ταχτεί να πολεμήσουν τους Κερκυραίους, κι επειδή φοβήθηκαν μην ξαναγίνει ό,τι είχε συμβεί στη Ναύπακτο, έτρεξαν να βοηθήσουν τ’ άλλα, κι όταν μαζεύτηκαν όλοι μαζί άρχισαν επίθεση εναντίον των Αθηναίων. Τότε οι Αθηναίοι άρχισαν να κάνουν πίσω με την πρύμνη, γιατί ήθελαν συνάμα να προφτάσουν οι Κερκυραίοι, όσο ήταν μπορετό, να καταφύγουν στο λιμάνι πριν από αυτούς, αφού αυτοί οι ίδιοι υποχωρούσαν αργά, κι ολόκληρος ο εχθρικός στόλος είχε παραταχθεί να τους πολεμήσει.
Έτσι εξελίχθηκε η ναυμαχία αυτή που τελείωσε με τη δύση του ήλιου.





Θουκυδίδου Ιστορίαι, βιβλίο 3, κεφάλαιο 79

Επαναφορά εκτοπισμένων ολιγαρχικών

79] Καὶ οἱ Κερκυραῖοι δείσαντες μὴ σφίσιν [79] Και οι Κερκυραίοι επειδή φοβήθηκαν μήπως οι εχθροί

[

ἐπιπλεύσαντες ἐπὶ τὴν πόλιν ὡς κρατοῦντες αφού πλεύσουν εναντίον της πόλης τους ως νικητές ή

οἱ πολέμιοι τοὺς ἐκ τῆς νήσου ἀναλάβωσιν πάρουν πίσω από το νησί τους εκεί αιχμάλωτους ή

καὶ ἄλλο τι νεωτερίσωσι, τούς τε ἐκ τῆς επιχειρήσουν κάποια άλλη εχθρική ενέργεια, τους

νήσου πάλιν ἐς τὸ Ἥραιον διεκόμισαν καὶ μετέφεραν πίσω στο ναό της Ήρας και φρουρούσαν την

τὴν πόλιν ἐφύλασσον.

                                               πόλη τους .





 

 

Οι Πελοποννήσιοι διστάζουν να επιτεθούν στην πόλη - Απόβαση Πελοποννησίων στη Λευκίμμη

οἱ δ᾿ ἐπὶ μὲν τὴν πόλιν οὐκ ἐτόλμησαν Αυτοί όμως δεν τόλμησαν, βέβαια, να πλεύσουν εναντίον

πλεῦσαι κρατοῦντες τῇ ναυμαχίᾳ, τρεῖς δὲ της πόλης., αν και ήταν νικητές στη ναυμαχία, αλλά

καὶ δέκα ναῦς ἔχοντες τῶν Κερκυραίων αναχώρησαν για την ηπειρωτική χώρα έχοντας 13 πλοία

ἀπέπλευσαν ἐς τὴν ἤπειρον, ὅθενπερ των Κερκυραίων, από όπου ακριβώς ξεκίνησαν από το

ἀνηγάγοντο. τῇ δ᾿ ὑστεραίᾳ ἐπὶ μὲν τὴν λιμάνι στην ανοιχτή θάλασσα. Και την επόμενη μέρα

πόλιν οὐδὲν μᾶλλον ἐπέπλεον, καίπερ ἐν εναντίον της πόλη καθόλου περισσότερο δεν έπλεαν,

πολλῇ ταραχῇ καὶ φόβῳ ὄντας καὶ Βρασίδου μολονότι ( οι Κερκυραίοι) βρίσκονταν σε μεγάλη σύγχυση

παραινοῦντος, ὡς λέγεται, Ἀλκίδᾳ, ἰσοψήφου και φόβο και, όπως λέγεται, μολονότι ο Βρασίδας

δὲ οὐκ ὄντος·

ἐπὶ δὲ τὴν Λευκίμμην τὸ ἀκρωτήριον Αφού όμως αποβιβάστηκαν στην Λευκίμμη, το ακρωτήριο

ἀποβάντες ἐπόρθουν τοὺς ἀγρούς. λεηλατούσαν τους αγρούς.

παρακινούσε τον Ακίδα, χωρίς όμως να έχει ίση ψήφο.

  

Θουκυδίδου Ιστορίαι, βιβλίο 3, κεφάλαιο 80

Οι Κερκυραίοι δημοκρατικοί προχωρούν σε διαπραγματεύσεις με τους αντιπάλους τους

Άφιξη αθηναϊκού στόλου με αρχηγό τον Ευρυμέδοντα

[

80] δὲ δῆμος τῶν Κερκυραίων ἐν τούτῳ [80] Και στο μεταξύ οι δημοκρατικοί Κερκυραίοι επειδή

περιδεὴς γενόμενος μὴ ἐπιπλεύσωσιν αἱ νῆες, τρομοκρατήθηκαν μήπως πλεύσουν εναντίον τους τα πλοία

τοῖς τε ἱκέταις ᾖσαν ἐς λόγους καὶ τοῖς άρχισαν τις διαπραγματεύσεις και με τους ικέτες και με

ἄλλοις, ὅπως σωθήσεται πόλις, καί τινας τους άλλους για το πώς θα σωθεί η πόλη, και έπεισαν

αὐτῶν ἔπεισαν ἐς τὰς ναῦς ἐσβῆναι· μερικούς από αυτούς να μπουν στα πλοία. Πράγματι

ἐπλήρωσαν

προσδεχόμενοι τὸν ἐπίπλουν. οἱ δὲ περίμεναν την επίθεση. Οι Πελοποννήσιοι ωστόσο, αφού

Πελοποννήσιοι μέχρι μέσου ἡμέρας λεηλάτησαν τη χώρα μέχρι το μεσημέρι, αναχώρησαν με τα

γὰρ

ὅμως

τριάκοντα κατάφεραν να εξοπλίσουν παρ’ όλα αυτά 30 πλοία, γιατί

δῃώσαντες τὴν γῆν ἀπέπλευσαν, καὶ ὑπὸ πλοία τους και κατά τη διάρκεια της νύχτας αναγγέλθηκε σε

νύκτα αὐτοῖς ἐφρυκτωρήθησαν ἑξήκοντα αυτούς με πυρσούς ότι πλησίαζαν από τη Λευκάδα εξήντα

νῆες

Ἀθηναίων

προσπλέουσαι

ἀπὸ πλοία των Αθηναίων. Αυτά τα έστειλαν οι Αθηναίοι και τον

Λευκάδος· ἃς οἱ Ἀθηναῖοι πυνθανόμενοι τὴν Ευρυμέδοντα, το γιο του Θουκλέους, ως στρατηγό, όταν

στάσιν καὶ τὰς μετ᾿ Ἀλκίδου ναῦς ἐπὶ πληροφορήθηκαν την εσωτερική αναταραχή, και οτι τα

Κέρκυραν μελλούσας πλεῖν ἀπέστειλαν καὶ πλοία με αρχηγό τον Ακίδα επρόκειτο να πλεύσουν

Εὐρυμέδοντα τὸν Θουκλέους στρατηγόν.

εναντίον της Κέρκυρας.

 





 

 

Θουκυδίδου Ιστορίαι, βιβλίο 3, κεφάλαιο 81

Οι Πελοποννήσιοι αποπλέουν μέσω Λευκάδας -Βαρβαρότητα και ακρότητες των δημοκρατικών

[

81] οἱ μὲν οὖν Πελοποννήσιοι τῆς νυκτὸς [81] Οι Πελοποννήσιοι λοιπόν αμέσως κατά τη νύχτα

εὐθὺς κατὰ τάχος ἐκομίζοντο ἐπ᾿ οἴκου παρὰ αναχωρούσαν γρήγορα για την πατρίδα τους (πλέοντος)

τὴν γῆν· καὶ ὑπερενεγκόντες τὸν Λευκαδίων κοντά στην στεριά. Και αφού μετέφεραν τα πλοία πάνω από

ἰσθμὸν τὰς ναῦς, ὅπως μὴ περιπλέοντες τον ισθμό της Λευκάδας, για να μη γίνουν αντιληπτοί

ὀφθῶσιν, ἀποκομίζονται. Κερκυραῖοι δὲ κάνοντας το γύρο της Λευκάδας, απομακρύνονται. Οι

αἰσθόμενοι

τάς

τε

Ἀττικὰς

ναῦς κερκυραίοι όμως, όταν κατάλαβαν ότι τα αθηναϊκά πλοία

προσπλεούσας τάς τε τῶν πολεμίων πλησίαζαν και ότι τα πλοία των έχθρων είχαν φύγει αφού

οἰχομένας, λαβόντες τούς τε Μεσσηνίους ἐς πήραν οδήγησαν στην πόλη τους Μεσσηνίους που

τὴν πόλιν ἤγαγον πρότερον ἔξω ὄντας, καὶ προηγουμένως ήταν έξω, και αφού διέταξαν τα πλοία που

τὰς ναῦς περιπλεῦσαι κελεύσαντες ἃς επάνδρωσαν να πλεύσουν γύρω γύρω από το Υλλαικο

ἐπλήρωσαν ἐς τὸν Ὑλλαϊκὸν λιμένα, ἐν ὅσῳ λιμάνι, καθώς περιφέρονταν, αν κάποιον από τους εχθρούς

περιεκομίζοντο, τῶν ἐχθρῶν εἴ τινα λάβοιεν, έπιαναν, τον σκότωναν. Και αφού αποβίβαζαν από τα

ἀπέκτεινον· καὶ ἐκ τῶν νεῶν ὅσους ἔπεισαν πλοία όσους έπεισαν να μπουν τους θανάτωναν, και αφού

ἐσβῆναι ἐκβιβάζοντες ἀπεχρῶντο, ἐς τὸ ήλθαν στο Ηραίο έπεισαν περίπου πενήντα άνδρες από τους

Ἥραιόν τε ἐλθόντες τῶν ἱκετῶν ὡς ικέτες να δεχτούν να δικαστούν και τους καταδίκασαν

πεντήκοντα ἄνδρας δίκην ὑποσχεῖν ἔπεισαν όλους σε θάνατο.

καὶ

κατέγνωσαν

πάντων

θάνατον.



οἱ δὲ πολλοὶ τῶν ἱκετῶν, ὅσοι οὐκ Οι περισσότεροι όμως από τους ικέτες, όσοι δεν πείστηκαν,

ἐπείσθησαν, ὡς ἑώρων τὰ γιγνόμενα, καθώς έβλεπαν αυτά που γίνονταν αλληλοσκοτώνονταν

διέφθειρον αὐτοῦ ἐν τῷ ἱερῷ ἀλλήλους, καὶ εκεί μέσα στο ναό, και μερικοί απαγχονίζονταν από τα

ἐκ τῶν δένδρων τινὲς ἀπήγχοντο, οἱ δ᾿ ὡς δένδρα, ενώ άλλοι τελείωναν τη ζωή τους όπως μπορούσε ο

ἕκαστοι ἐδύναντο ἀνηλοῦντο. ἡμέρας τε ἑπτά, καθένας. Και για εφτά μέρες, κατά τις οποίες έμεινε αφότου

ἃς ἀφικόμενος Εὐρυμέδων ταῖς ἑξήκοντα ήλθε ο Ευρυμέδοντας με τα εξήντα πλοία, οι Κερκυραίοι

ναυσὶ παρέμεινε, Κερκυραῖοι σφῶν αὐτῶν σκότωναν από τους συμπολίτες τους όσους θεωρούνταν ότι

τοὺς ἐχθροὺς δοκοῦντας εἶναι ἐφόνευον, τὴν είναι εχθροί τους, αν και απέδιδαν την ευθύνη βέβαια σε

μὲν αἰτίαν ἐπιφέροντες τοῖς τὸν δῆμον αυτούς που προσπαθούσαν να καταλύσουν την δημοκρατία,

καταλύουσιν, ἀπέθανον δέ τινες καὶ ἰδίας μερικοί μάλιστα σκοτώθηκαν και εξαιτίας προσωπικής

ἔχθρας ἕνεκα, καὶ ἄλλοι χρημάτων σφίσιν έχθρας και άλλοι από τους χρεοφειλέτες τους για τα

ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν λαβόντων· πᾶσά τε χρήματα που τους οφείλονταν και κάθε μορφή θανάτου

ἰδέα κατέστη θανάτου, καὶ οἷον φιλεῖ ἐν τῷ παρουσιάστηκε, και απ’ ότι συνηθίζεται να γίνεται σε

τοιούτῳ γίγνεσθαι, οὐδὲν ὅτι οὐ ξυνέβη καὶ τέτοιες περιπτώσεις, τίποτα δεν υπάρχει που να μην έγινε

ἔτι περαιτέρω. καὶ γὰρ πατὴρ παῖδα και ακόμη χειρότερα. Καθόσον μάλιστα ο πατέρας σκότωνε

ἀπέκτεινε καὶ ἀπὸ τῶν ἱερῶν ἀπεσπῶντο καὶ το παιδί του και απομακρύνονταν με τη βία από τα ιερά και

πρὸς αὐτοῖς ἐκτείνοντο, οἱ δέ τινες καὶ φονεύονταν κοντά σε’ αυτά, μερικοί άλλοι εξάλλου, αφού

περιοικοδομηθέντες ἐν τοῦ Διονύσου τῷ κλείστηκαν ολόγυρα με τείχη, πέθαναν μέσα στο ναό του

ἱερῷ ἀπέθανον.

Διόνυσου.


 




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ (ΡΗΜΑΤΑ/Α ΚΑΙ Β ΚΛΙΣΗ)

Εισαγωγή Θουκυδίδη Ασκήσεις (με μετάφραση)